διάβασε αυτό. Σ'αγαπώ, να προσέχεις.
Ένας μονόλογος για τις γάτες, τον Χέντριξ και το θάνατο.
Είναι 6 Γενάρη του 2012, των Φώτων ανήμερα. Κοντεύει να τελειώσει η μέρα. Κάθομαι στην πράσινη πολυθρόνα της γριά-Θέας, που την έχω δίπλα στην μπαλκονόπορτα. Από εδώ μπορώ να βλέπω ανεμπόδιστα τα γεράνια της βεράντας, που μου θυμίζουν το νησί. Δίπλα μου αναμμένη η λάμπα με το γλαυκό φως-η βάση της είναι μια παλιά γκαζιέρα, κληρονομιά απ’τη γριά Θέα και τούτη.
Πριν λίγο γύρισα απ’τον Πειραιά, απ’τον αγιασμό. Είδα το σταυρό να πετιέται στη θάλασσα και τους παληκαράδες να βουτάνε. Καθόμουν από μακριά και παρακολουθούσα. Τα χέρια μου έψαχναν ασυναίσθητα τις άδειες μου τσέπες. Έκατσα αρκετή ώρα αφού διαλύθηκε το θρησκευάμενο πλήθος. Έφυγα μόλις έπιασε η ψύχρα της γεναριάτικης μέρας. Σηκώνομαι αργά και πάω ως τη βιβλιοθήκη, εκεί στο πλάι έχω τα μπουκάλια με τα ποτά. Σκονισμένα όλα από την αχρησία, όλα εκτός από το ουίσκυ που πίνω εγώ και από το λικέρ βύσσινο που πίνει η Κατερίνα. Όχι, γράψε λάθος. Που έπινε η Κατερίνα. Παίρνω ένα ποτήρι, βάζω μια γερή δόση ουίσκυ και πάω στο πικάπ. Ο δίσκος είναι ήδη βαλμένος, μόνο να το ανάψω πρέπει και να βάλω τη βελόνα στο αυλάκι.
Είμαι κουρασμένος και πονάω. Και είμαι μόνος μου. Ακούω τις πρώτες νότες, κλείνω τα μάτια και χωρίς να μπορώ να το ελέγξω, βουτάω σε μια σκοτεινή λίμνη αναμνήσεων.
The morning is dead
And the day is, too
There's nothing left here to meet me
But the velvet moon
Το πρωτάκουσα το καλοκαίρι του 68, στο σπίτι του. Δεν ήξερα τότε το όνομά του, όλοι στο νησί τον εφώναζαν Ναυτικό. Έμενε έξω απ’τη Χώρα, εκεί που έπαιρνε ν’ανηφορίζει ο δρόμος προς το πευκόδασος. Όταν ζούσε ακόμη η κυρά του, κυκλοφορούσε στο νησί. Μπορούσες να τον δεις στο λιμάνι την ώρα που ξεψάριζαν οι τράτες, να αστειεύεται με τους ντόπιους μ’αυτή την αστεία του προφορά. Απ’την Ιρλανδία ήτανε. Πρωτοήρθε στο νησί κάπου γύρω στα τέλη του ’50 κι έκατσε δυο μήνες. Μόνος του, σ’ένα καλύβι στην παραλία. Τότες ήταν που γνώρισε, καταπώς λέγανε, την Αλεξάνδρα, την κόρη του Μουσούρου. Έφυγε για χειμώνα, αλλά ξαναγύρισε το επόμενο θέρος. Σε δυο χρόνια την παντρεύτηκε. Και τον καλοδέχτηκε και η οικογένεια της νύφης και το νησί ολάκερο. Μα δεν τον συμπάθησε η ζωή. Λίγα χρόνια μετά το γάμο, κι ενώ παιδιά δεν είχαν κάνει, αρρώστησε η Αλεξάνδρα και σε τρεις μήνες πέθανε. Εγώ αυτά δεν τα θυμάμαι, η γριά Θέα μου τά’χε πει. Και κάθε της διήγηση για τον Ναυτικό τη συνόδευε πάντα η παραίνεση «και πρόσεχε κακομοίρη μου, μην και πλησιάσεις στο τσαρδί του. Τούτος απ’τον καιρό που τον άφησε η μακαρίτισα, θεριό ανήμερο έγινε, δεν τον ματαείδε κανείς ελόγου του, τι τρώει, πώς ζει, κανείς μας δε γνωρίζει. Μόνο σαν περάσεις έξω απ’το σπίτι του, βλέπεις τις γάτες που είχε μαζεμένες η Αλεξάνδρα, να λιάζονται σα βασίλισσες στα χόρτα, ενώ αυτός είναι μέσα με κλειστά τα παραθυρόφυλλα. Κι ακούγεται μια περίεργη μουσική από κει μέσα, διαβόλου πράματα. Μακριά εσύ, μ’ακούς;»
Πίνω μια ακόμη γουλιά. Η γριά Θέα, μια εικόνα καθαρή παρά τα χρόνια πού’χουν περάσει, όσο καθαρές και αψιές είναι πάντα οι αγαπημένες εικόνες των παιδικών χρόνων. Δωροθέα το κανονικό της όνομα, άτεκνη γερόντισα αγέρωχη που στο σπίτι της μεγάλωσα αφού δεν είχα ούτε μάνα ούτε πατέρα. Μαυροφορεμένη πάντα, θρηνώντας τους δικούς της νεκρούς, με τα μαλλιά πιασμένα κότσο κάτω από μια μαντήλα, να μην ξεφεύγει τρίχα. Μόνο όταν έσκυβε από πάνω μου τα βράδια για να με σκεπάσει, τότε που εγώ έκανα πως κοιμόμουν, μα ήμουν ξύπνιος, μέσα από τις χαραμάδες των βλεφάρων μου έβλεπα μια γκρίζα τούφα νά’χει ξεφύγει από το σφιχτό πιάσιμο και να ακουμπάει πάνω στο ρυτιδιασμένο της μάγουλο ίσα για να το κάνει απροσδόκητα νεανικό. Νιώθω ακόμα το χέρι της να χαϊδεύει την πλάτη μου και να με παρηγορεί στα δύσκολά μου, να με φωνάζει γιόκα μου με μια γλύκα χειροπιαστή, αυτή που μόνο στο χέρι της Κατερίνας αναγνώρισε με έκπληξη το σώμα μου χρόνια μετά και την έχασε κι αυτή πια.
Τον Απρίλη του 68 ήμουν 12 χρονών. Στο σπίτι της γριά Θέας, μες στο πλυσταριό στο πλάι της αυλής, γέννησε η γάτα. Όνομα δεν είχε, Γάτα την εφώναζε η γριά και της είχε μεγάλη αδυναμία. Όμορφη μα αδύνατη, κατσιασμένη. Όταν την είδε η γριά να έχει γκαστρωθεί, άρχισε να της μιλάει σα σε δικό της «τι τα θες μαρή τα ξεστρατίσματα, είσαι συ για τέτοια; Μισή μπουκιά ψυχή είσαι, πώς θα την αντέξεις τη γέννα;» κι απ’τη μέρα εκείνη την περιέλαβε για τα καλά, της έστρωσε σεντόνι παλιό, λιωμένο απ’τα χρόνια, δίπλα στο μισογκρεμισμένο τζάκι του πλυσταριού και την καλοτάιζε κάθε μέρα. Η Γάτα γέννησε στις 4 τ’Απρίλη. Ήμουν εκεί, από πάνω της, να τη βοηθήσω όσο μπορώ. Δεν τα κατάφερε. Γέννησε με το ζόρι δυο γατιά και ξεψύχησε. Η γριά Θέα πήγε να σκάσει απ’τη στενοχώρια. Εγώ πήρα τα γατιά στις δυο μου τσέπες, τα έβαλα στην κουζίνα, τα τάισα μ’ένα κουρέλι βουτηγμένο στο γάλα και τα βάφτισα Ντόρτια. Απ’την ημερομηνία γέννησής τους, μα κι επειδή ήταν κακότυχα. Από εκείνη τη μέρα, τα Ντόρτια βρήκαν στις τσέπες μου τη ζεστασιά της χαμένης τους μάνας κι εγώ την παρέα δικών μου πλασμάτων που από μικρός είχα στερηθεί.
Δυο μήνες μετά, μια μέρα που δεν είχαμε σχολείο, ξεκίνησα για μια βόλτα με τα Ντόρτια στις τσέπες. Είχαν ξεπεταχτεί και σήκωναν τον κόσμο στο πόδι από τα παιχνίδια, αλλά η αγαπημένη τους θέση ήταν πάντα πάνω μου. Τά’χωσα λοιπόν στις τσέπες μου και πήρα το δρόμο. Δεν πήγαινα κάπου συγκεκριμένα, φίλους δεν είχα, να περπατήσω ήθελα και να μην ακούω κανέναν. Προχώρησα για κάμποση ώρα και μια στιγμή, ζαλισμένος όπως ήμουν απ’τον ήλιο, σήκωσα το κεφάλι μου και είδα απέναντί μου το σπίτι του. Πάγωσα. Δεν είχα περάσει ποτέ ξανά από κει, το απέφευγα όπως ο διάολος το λιβάνι, είχε πιάσει τόπο βλέπεις η νουθεσία της γριάς. Παλεύοντας το φόβο, άρχισα να το παρατηρώ. Παρατημένος κήπος, οι γάτες ξαπλωμένες ολούθε ανάμεσα στα χόρτα, να τις λούζουν οι λωρίδες του ήλιου. Και τα παραθυρόφυλλα κλειστά. Είχε δίκιο η γριά Θέα, είπα στον εαυτό μου και αναρρίγησα ακόμη παραπάνω όταν ξαφνικά άρχισε ν’ακούγεται μια στριγγιά μουσική από μέσα. Άγνωστοι ήχοι, τρομακτικοί στ’αυτιά μου που μόνο νησιώτικα είχαν ακούσει μέχρι εκείνη τη μέρα. Έτοιμος καθώς ήμουν να ξεκινήσω τρέχοντας να φύγω μακριά, το ένα απ’τα δυο Ντόρτια, ξεμύτησε απ’την τσέπη μου, πήδησε κάτω και πριν προλάβω να το τσακώσω, χώθηκε μέσα από ένα κάγκελο στον κήπο του Ναυτικού. Από πίσω του και τ’άλλο. Η αυλόπορτα ήταν κλειστή, τα γατιά δεν υπάκουαν στα σιγανά ψι ψι μου και προχωρούσαν ολοένα και βαθύτερα στο βασίλειο του σατανά. Περνούσε βασανιστικά η ώρα, μέχρι που κατάλαβα ότι λύση άλλη δεν είχα απ’το να μπω στον κήπο, να τα βουτήξω και να φύγω πριν με αντιληφθεί. Με τρεμάμενα χέρια, άνοιξα το μάνταλο της πόρτας, αυτό έκανε έναν ανατριχιαστικό ήχο, σκουίκ, και με αργό βήμα έκανα μερικά βήματα.
Ο Ναυτικός... Α, ρε φίλε, να το ξέρεις άραγε ότι ο πιτσιρικάς που μάζεψες εκείνη τη μέρα στο σπίτι σου, πίνει στην θύμησή σου; Το τέλειωσα το πρώτο ουίσκυ, αλλά θα το ξαναγεμίσω το ποτήρι. Κατεβάζω και το τηλέφωνο, όχι ότι θα με θυμηθεί κανείς, θέλω όμως να μην έχω τίποτε άλλο στο νου μου. Ο Χέντριξ συνεχίζει, All my loneliness I have felt today, It's like a little more than enough, To make a man throw himself away, είχες δίκιο ρε Τζίμι, κι ο Ναυτικός δίκιο είχε, ο ερημίτης των παιδικών μου χρόνων, έχω αρχίσει και την ακούω με το αλκοόλ, τα ηχεία παίζουν το τραγούδι του κι εγώ το ξαναπερπατώ όλο βήμα βήμα, είμαι μόνος πρώτη φορά μετά από χρόνια, αχ μωρέ Κατερίνα, αλλά λάθεψα, δεν πονάω πια, μια παράξενη ηρεμία με έχει κατακλύσει ολόκληρο.
Ίδια ηρεμία μ’εκείνη που ένιωσα όταν τελικά βρέθηκα μέσα στο σπίτι του Ναυτικού εκείνη τη μέρα. Άνοιξε την πόρτα όταν είχα καταφέρει να πιάσω το ένα απ’τα δυο Ντόρτια, το άλλο το χαμίνι είχε ανοίξει η γη και τό’χε καταπιεί. Με κοίταξε με τα λαδιά του μάτια, σα να με ήξερε καιρό, και μού’πε να μπω μέσα να με φιλέψει τσάι. Αυτή τη λέξη χρησιμοποίησε «έλα να σε φιλέψω» κι ήταν τόσο παράξενο ν’ακούω τη λέξη αυτή απ’το στόμα ενός ξένου. Το σπίτι του ήταν ζεστό και μαζεμένο. Φως απ’τον ήλιο δεν έπαιρνε, τα παράθυρα ήταν κλειστά, αλλά μια λάμπα έφτανε για να του δίνει γλυκιές ανταύγειες. Χαμήλωσε τη μουσική μόλις κάθησα στην πολυθρόνα. Δεν ήξερα τι να πω. Τον ρώτησα τι τραγούδι άκουγε και μου είπε ότι στα ελληνικά λέγεται «καίγοντας τη λάμπα του μεσονυχτιού» κι ότι το τραγουδάει ένας Τζίμι. Ήπια το τσάι μου, ήταν καυτό και μύριζε πορτοκάλι και γαρύφαλλο, με ρώτησε αν μ’αρέσει η μουσική αυτή, είπα ναι από ευγένεια, δεν ήξερα αν μ’άρεσε, ήταν σαν να έπαιζε παράφωνο κλαρίνο κι η φωνή αυτού του Τζίμι ήταν παράξενη. Μού’δωσε κι ένα κομμάτι ψωμί με γλυκάνισο, σαν τον άρτο πού’φτιαχνε η γριά-Θέα για την εκκλησία, ωραίο ήταν, το έφαγα όλο. Μετά του είπα ότι ψάχνω το ένα μου γατί κι αυτός χαμογέλασε, λέγοντάς μου ότι οι γάτες είναι πλάσματα μαγικά, δεν το κατάλαβα, και ότι θα μου το βρει αυτός το γατί, γιατί έχει ζήσει χρόνια με γάτες και έχει μάθει τα χούγια τους και ξέρει και να τις γιατρεύει όταν αρρωσταίνουν. Αυτό μου έκανε μεγάλη εντύπωση και τον ρώτησα αν είναι ζωογιατρός, γέλασε, είπε πως όχι, ναυτικός ήταν, γι’αυτό και τον φώναζαν έτσι στο νησί κι ότι δε χρειάζεται να σπουδάσεις κάτι αν το αγαπάς πολύ, γιατί η αγάπη θα σε κάνει να το μάθεις έτσι κι αλλιώς. Μετά σηκώθηκε, άνοιξε την πίσω πόρτα και σε ένα λεπτό γύρισε με το χαμένο Ντόρτια στα χέρια του. Το πήρα, το έχωσα στην τσέπη μου, γέλασε. Μου είπε να ξαναπεράσω όποτε θέλω κι ότι θα μου εξηγήσει όλους τους στίχους του τραγουδιού. Την ώρα που έβγαινα απ’το σπίτι, ο Χέντριξ τραγουδούσε
And I continue
To burn the midnight lamp
Alone
Ξαναπήγα σπίτι του την επόμενη μέρα. Και όλες τις επόμενες μέρες, μετά το σχολείο, τό’σκαγα για λίγες ώρες, και τη Μεγάλη Εβδομάδα, που όλη τη μέρα την είχα για μένα, εκεί πήγαινα, και το καλοκαίρι το ίδιο. Κρυφά απ’τη γριά Θέα πάντα. Και πάντα παρέα με τα Ντόρτια. Δεν τον ξαναείδα ποτέ σαν παράξενο. Μού’βαζε να πιω τσάι πορτοκάλι και στα Ντόρτια έδινε κομματάκια ψωμί βουτηγμένα σε σάλτσα από κρέας. Άκουγε πάντα μουσική από ένα παλιό πικάπ και μου εξηγούσε τους στίχους. Τη συνήθισα γρήγορα και άρχισε να μ’αρέσει. Δεν μιλούσαμε πολύ, κι όταν το κάναμε, λέγαμε μόνο για τα τραγούδια που ακούγαμε και για τις γάτες. Και πέρασε έτσι καιρός, στα μάτια μου φαινόταν ζωή ολόκληρη ενώ ήταν μόλις μερικοί μήνες, έφτασαν τα Χριστούγεννα κι ένα μεσημέρι που η γριά Θέα κούρνιασε για λίγο δίπλα στο τζάκι, κρύφτηκα για μια ακόμη φορά σπίτι του, όταν άρχισε να μου μιλάει για το τραγούδι αυτό του Χέντριξ. Ότι το αγάπησε απ’την πρώτη φορά που το άκουσε κι ότι το αγαπούσε κι η Αλεξάνδρα. Δε μου είχε ξανααναφέρει το όνομά της. Το έβαλε στο πικάπ και μιλώντας σιγά, μου μετάφραζε τα λόγια. Tο πρωινό είναι νεκρό, κι η μέρα το ίδιο, δεν υπάρχει τίποτα να με συναντήσει εδώ, μόνο το βελούδινο φεγγάρι, όλη η μοναξιά που ένιωσα σήμερα, είναι τόσο μεγάλη που φτάνει για να κάνει έναν άντρα να καταρρεύσει. Τώρα το χαμογελαστό σου πορτραίτο κρέμεται ακόμη στον κατσούφικό μου τοίχο, και αλήθεια, αλήθεια δεν με πειράζει, αλλά αυτή η σκόνη που πέφτει με δυσκολεύει τόσο πολύ να δω...
Αυτά μου έλεγε με σιγανή φωνή και χαμένο βλέμα, δεν τον είχα ξαναδεί έτσι, κατάλαβα γρήγορα ότι πόναγε για την Αλεξάνδρα του που έχασε, κατάλαβα πως γι’αυτήν δεν ξανάνοιξε ποτέ τα παραθυρόφυλλα, μα άφησε μόνο τη λάμπα να καίει, όπως τραγουδούσε κι ο Τζίμι. Πέρασε ώρα, το τραγούδι είχε τελειώσει και στο σπίτι ακούγονταν μόνο τα Ντόρτια που χουρχούριζαν μέσα στις τσέπες μου, αισθανόμουν ένα κόμπο στο λαιμό, σα να ήθελα να κλάψω, ο Ναυτικός δε με έβλεπε, κοιτούσε μακριά κρατώντας το σαγόνι του με τη γροθιά του δεξιού του χεριού, σηκώθηκα, ψέλλισα με το ζόρι μια καληνύχτα και έφυγα. Στο δρόμο έβαλα τα κλάματα, στη γριά-Θέα όταν με ρώτησε γιατί ήταν πρησμένα τα μάτια μου είπα ότι έπεσα στο δρόμο και χτύπησα τον ώμο μου. Με πίστεψε.
Πονάει το κεφάλι μου, είναι λες και ήταν χθες που τον έβλεπα να θρηνεί την απουσία της αγαπημένης του κι ήταν ο πρώτος τόσος βαθύς θρήνος που έζησα ποτέ στη ζωή μου, και να που βρίσκομαι σήμερα στην ίδια θέση, να ακούω το ίδιο τραγούδι και να έχω τον ίδιο κόμπο στο λαιμό όπως και τότε.
Δεν μπορούσα να ξαναπάω σπίτι του. Αυτός ο κόμπος με κρατούσε μακριά, φοβόμουν το άδειο βλέμμα το καρφωμένο στον τοίχο, φοβόμουν τη θλίψη τη σπαρμένη ολόγυρα που πότιζε τους τοίχους με τα κλειστά παραθυρόφυλλα, φοβόμουν ότι δεν έχω θέση εκεί μέσα, ότι είμαι ανήμπορος να βοηθήσω, να απαλύνω τον πόνο του. Και πέρασαν όλες οι γιορτές έτσι, με λύπη και μοναξιά και απόσταση. Και μπήκε ο καινούργιος χρόνος κι έφτασαν τα Θεοφάνεια. Στηθήκαμε όλο το νησί μαζί στην εξέδρα έξω από την Παναγιά τη Θαλασσινή, που μόνο εκείνη τη μέρα μες στο χρόνο τη λειτουργούσανε, λαμπρή μέρα με καθαρό ουρανό και κρουστό κρύο, χωμένοι μέσα στα παλτά τους όλοι, εκτός απ’τους βουτηχταράδες που θα έπεφταν να πιάσουν το σταυρό. Εγώ δε θα βουτούσα, ήμουν μικρός ακόμα κι ο άγραφος κανόνας έλεγε για όσους είχαν περάσει τα δεκαπέντε, στεκόμουν λοιπόν στην άκρη και άκουγα τις ψαλμωδίες, ενώ ο νους μου ήταν στο Ναυτικό, που ήταν μόνος του στο σπίτι κι εγώ δεν ήμουν εκεί, και στον Χέντριξ που θα τραγουδούσε απ’το παλιό πικάπ και στο τσάι με πορτοκάλι και στις γάτες του κήπου του κι άρχισε να γυρίζει το κεφάλι μου, να ζαλίζομαι και να θέλω να ξεράσω και εκείνη τη στιγμή από κάπου πολύ μακριά ακούστηκε «Εν Ἰορδάνῃ βαπτιζομένου σου Κύριε, ἡ τῆς Τριάδος ἐφανερώθη προσκύνησις» και κόσμος πολύς πήδηξε απ’το πλάι μου μέσα στη θάλασσα και δε θυμόμουν γιατί γινόταν αυτό, μόνο ξαφνικά αισθάνθηκα ότι με παρασέρνουν μαζί τους και αφέθηκα, έκλεισα τα μάτια μου, έκανα ένα μικρό βήμα μπροστά και έπεσα. Λυτρωτική ησυχία. Με έβγαλαν προτού προλάβω να βουλιάξω, έσταζα ολόκληρος, μα δεν κρύωνα και το κεφάλι μου είχε καθαρίσει. Κουβέντα δεν πρόλαβα να πω κι η γριά Θέα με πρόσωπο άσπρο από το φόβο με πήρε απ’το χέρι μακριά απ’τον κόσμο, στο δρόμο για το σπίτι. Δεν είχαμε προλάβει να κάνουμε ούτε τη μισή διαδρομή, όταν θυμήθηκα και μαρμάρωσα. Τα Ντόρτια. Έβαλα σαν μεθυσμένος τα χέρια μου στις τσέπες. Ήταν εκεί, ακίνητα και τα δυο, σαν πεθαμένα. Τα έβγαλα ένα ένα έξω, τα φίλησα, τα ζέστανα με το χνώτο μου, μα τίποτα. Άφησα μεμιάς το χέρι της γριάς και άρχισα να τρέχω σαν τρελός. Γύριζε το κεφάλι μου, η ανάσα μου κοβόταν από το τρέξιμο, ίσα που άκουγα τη γριά να ουρλιάζει να γυρίσω πίσω, κι εγώ έτρεχα, έτρεχα, να πάω στο Ναυτικό, να χτυπήσω την πόρτα, να με βάλει μέσα, να ζητήσω συγγνώμη που δεν άντεξα τον πόνο του και να τον εκλιπαρήσω να τα γιατρέψει, έτσι όπως αυτός ξέρει κι ας μην είναι ζωογιατρός, μόνο επειδή τ’αγαπάει και δε χρειάζεται να έχεις σπουδάσει κάτι αν το αγαπάς πολύ, η αγάπη θα σε κάνει να το μάθεις έτσι και αλλιώς, κι έτρεχα, κόντευα να φτάσω, έβλεπα ήδη το σπίτι του από μακριά, τα χέρια μου κρατούσαν τα Ντόρτια στον κόρφο μου, πάνω στη σάρκα μου, τα νερά της θάλασσας έτρεχαν από τα μαλλιά μου μαζί με τον ιδρώτα, έστριψα στη γωνιά με τον αμμόλοφο, τα τελευταία μέτρα έμεναν, έπεσα με φόρα πάνω στην αυλόπορτα, πέταξα πάνω απ’τα σκαλιά της πόρτας του. Ήταν μισάνοιχτη. Μπήκα, φώναξα «πού είσαι, έλα γρήγορα», απάντηση δεν πήρα, προχώρησα προς το δωμάτιο, μπήκα μέσα και τον είδα να κρέμεται από ένα σκοινί δεμένο στο δοκάρι του ταβανιού. Πεθαμένος. Οι γάτες όλες ήταν γύρω του και απ’το παλιό πικάπ ακουγόταν ο Χέντριξ να τραγουδά
But I continue
To burn the midnight lamp
Lord, alone
Darlin' can't ya hear me callin' you?
So lonely
Gonna have to blow my mind
Lonely
Είναι 6 Γενάρη του 2012, των Φώτων ανήμερα. Η μέρα τέλειωσε. Κάθομαι στην πράσινη πολυθρόνα της γριά-Θέας, που την έχω δίπλα στην μπαλκονόπορτα. Από εδώ μπορώ να βλέπω ανεμπόδιστα τα γεράνια της βεράντας, που μου θυμίζουν το νησί. Τέλειωσε το μπουκάλι με το ουίσκυ, τα Ντόρτια πέθαναν λίγη ώρα μετά το Ναυτικό, είμαι λιώμα, είμαι μόνος. Θα κοιμηθώ.